Σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης στα Περβολάκια Κισάμου, τόπος καταγωγής του αοιδίμου Μητροπολίτου Κυδωνίας και Αποκορώνου κυρού Δαμασκηνού, η Ιερά Μητρόπολις μας , σε συνεργασία με τον Δήμο Κισάμου και το Πνευματικό Κέντρο Περβολακίων-Σφακοπηγαδίου «Η Αναγέννηση», τίμησαν την μνήμη του αοιδίμου Ιεράρχου κυρού Δαμασκηνού. Στον Ιερό Ναό Αγίων Πάντων, Περβολακίων, τελέστηκε τρισαρχιερατική Θεία Λειτουργία, προεξάρχοντος του Σεβ. Μητροπολίτου Ιεραπύτνης και Σητείας κ. Κυρίλλου, συλλειτουργούντων των Σεβ. Μητροπολιτών: Κυδωνίας και Αποκορώνου κ. Τίτου και Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων κ. Ιωακείμ, συνευχομένου του Σεβ. Ποιμενάρχου κ. Αμφιλοχίου.
Της Θείας Λειτουργίας ακολούθησε μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως του μακαριστού Ιεράρχου κυρού Δαμασκηνού, με την συμμετοχή όλων των Αρχιερέων. Ακολούθως ο προεστώς της λατρευτικής Συνάξεως, Σεβ. Μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας κ.Κύριλλος, με λόγο μεστό, ουσιαστικό και καρδιακό (επισυνάπτεται), ομίλησε για την προσωπικότητα και την προσφορά του τιμωμένου Ιεράρχου.
Ο Σεβ. Ποιμενάρχης μας κ. Αμφιλόχιος, με λόγους θερμούς, ευχαρίστησε τον προεξάρχοντα και ομιλητή Αρχιερέα κ. Κύριλλο «… δια τον θαυμαστό, αξιοζήλευτο και αξιέπαινο λόγο του ο οποίος, σε απόλυτο βαθμό και με ακρίβεια, σκιαγραφεί την προσωπικότητα, το έργο και την προσφορά του πολυαγαπημένου σε όλους μας Αδελφού κυρού Δαμασκηνού. Ιεράρχου αληθινού, αυθεντικού, γνήσιου, απλού, ανεπιτήδευτου, ταπεινού, ακάματου εργάτου του Ευαγγελίου, τηρητού της ακρίβειας και της τάξης της Εκκλησίας», σημειώνοντας πως η τιμή αυτή αποτελεί «οφειλόμενο χρέος σε έναν Ιεράρχη ο οποίος ανάλωσε εαυτόν υπέρ της Εκκλησίας και αγάπησε μανιακά τον τόπο καταγωγής του, την Κίσαμο, τα Περβολάκια, όπου τα ένιωθε ως δεύτερο σπίτι του». Ακολούθως ο Σεβ. Ποιμενάρχης κ. Αμφιλόχιος ευχαρίστησε, με λόγους φιλαδελφίας και αγάπης, και τους συλλειτουργούς Ιεράρχες: Σεβ. Μητροπολίτες Κυδωνίας και Αποκορώνου κ. Τίτο, τον και διάδοχο του τιμωμένου, και Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων κ. Ιωακείμ. Χαιρέτισε, επίσης, και τον εκπρόσωπο του Σεβ. Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου κ. Ανδρέα, Παν. Αρχ. π. Φιλόθεο Πηγιάκη, Πρωτοσύγκελλο της Ι. Μητροπόλεως.
Ακολούθησε Τρισάγιο από τον Σεβ. Ποιμενάρχη κ. Αμφιλόχιο επί προτομής του τιμωμένου Ιεράρχου που φιλοτεχνήθηκε και στήθηκε σε χώρο ιδιαίτερα επιμελημένο και φροντισμένο, συνευχομένων των μετεχόντων αγίων Αρχιερέων. Χαιρέτισαν ο Σεβ. Ποιμενάρχης κ. Αμφιλόχιος, ο Αντιπεριφερειάρχης Χανίων κ. Νικόλαος Καλογερής, ο Δήμαρχος Κισάμου κ. Γεώργιος Μυλωνάκης, η κ. Ελένη Παπαγιαννάκη, εκπρόσωπος του Πνευματικού Κέντρου Περβολακίων-Σφακοπηγαδίου «Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ» και εκ μέρους της οικογενείας του αοιδίμου Ιεράρχου η κ. Στυλιανή Παπαγιαννάκη, όλοι μιλώντας με λόγους σεβαστικούς, ευχαριστιακούς και καρδιακούς δια τον τιμώμενο Ιεράρχη.
Η ευθύνη συντονισμού ανατέθηκε στην κ. Νεκταρία Λαϊνάκη, Αρχιτέκτονα. Ο Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Αμφιλόχιος ευχαρίστησε, επίσης, τον Πρωτοσύγκελλο της Ι. Μητροπόλεως, Παν. Αρχ. π. Αγαθάγγελο (Κουμαρτζάκη) δια τον συντονισμό, τον Εφημέριο Αιδ. π. Ιωάννη Κουτσαυτάκη, τους συνδιοργανωτές ως και όλους τους παρισταμένους, εκπροσώπους της Πολιτείας, της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, του Στρατού, της Αστυνομίας, Φορέων του τόπου και του Νομού, με ειδική αναφορά στο πλήθος των παρισταμένων Κληρικών της Ι. Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου ως και της οικείας Ιεράς Μητροπόλεως και Μοναστικών Αδελφοτήτων.
Ιδιαίτερες ευχαριστίες απεύθυνε προς τον επιχειρηματία κ. Ιάκωβο Χονδράκη, ο οποίος προσέφερε εις μνήμη του μακαριστού Ιεράρχου κυρού Δαμασκηνού, πλούσια φιλοξενία σε όλους τους μετέχοντες. Στους χώρους του Πνευματικού Κέντρου ακολούθησε πλούσια φιλοξενία, εκ μέρους του Πνευματικού Κέντρου «Αναγέννηση» και των κατοίκων, στους προσκεκλημένους. Συγκινητική η συμμετοχή πλήθους κόσμου και από τις δύο Ιερές Μητροπόλεις.
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΟΜΗΣ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΥΔΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ ΚΥΡΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ
Σεβ.Μητροπολίτου Ἰεραπύτνης & Σητείας κ.ΚΥΡΙΛΛΟΥ
Περβολάκια Κισάμου, Σάββατο 24 Ὀκτωβρίου 2026
Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Κισάμου και Σελίνου κ. Ἀμφιλόχιε,
Ποιμενάρχα τῆς ἱστορικῆς ταύτης Ἱερᾶς Μητροπόλεως,
Σεβασμιώτατοι καί τιμιώτατοι ἅγιοι Ἀδελφοί,
Σεβαστοί πατέρες,
Ἐντιμότατοι κ. Δήμαρχε, κ. Βουλευτές, ἐντιμότατε κ. Ἀντιπεριφερειάρχα,
Ἀξιότιμοι ἐκπρόσωποι τῶν Ἀρχῶν και τῶν τοπικῶν φορέων,
Ἀγαπητοί κάτοικοι τῶν Περβολακίων,
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Συναχθήκαμε σήμερα σέ αὐτόν τόν εὐλογημένο τόπο τῆς Κισάμου, στά Περβολάκια, τήν ἰδιαίτερη πατρίδα και τόν τόπο τῆς οἰκογενειακῆς καταγωγῆς τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Κυδωνίας καί Ἀποκορώνου κυροῦ Δαμασκηνοῦ, γιά νά τιμήσουμε τή μνήμη ἑνός ἐκλεκτοῦ Ἱεράρχου τῆς Ἐκκλησίας μας, ἑνός γνήσιου Κρητικοῦ κληρικοῦ, ἑνός ταπεινοῦ ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος ἀφιέρωσε ὁλόκληρη τή ζωή του στή διακονία τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου.
Τό σημερινό Ἱερό Μνημόσυνο ἐντός τῆς Ἀρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας, ἀλλά καί ἡ ἐκδήλωση τῶν ἀποκαλυπτηρίων τῆς προτομῆς, δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μία πράξη τιμῆς πρός ἕναν διακεκριμένο ἐκκλησιαστικό ἄνδρα. Εἶναι πρωτίστως μία πράξη εὐγνωμοσύνης, μνήμης καί πνευματικῆς εὐθύνης. Εἶναι μία εὐκαιρία να ἀνακαλέσουμε στή σκέψη καί στήν καρδιά μας μία προσωπικότητα πού σφράγισε μέ τήν παρουσία, τό ἦθος καί τήν προσφορά της τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης καί ἰδιαίτερα τήν ἱστορική Ἱερά Μητρόπολη Κυδωνίας καί Ἀποκορώνου.
Πρίν ἀπό ἐνάμιση περίπου χρόνο, τό Σάββατο του Λαζάρου, στίς 12 Ἀπριλίου 2025, εἶχα τήν ἰδιαίτερη τιμή καί τή συγκινητική εὐθύνη νά ἐκφωνήσω τόν ἐπικήδειο λόγο κατά τήν ἐξόδιο Ἀκολουθία τοῦ ἀγαπημένου μας ἀδελφοῦ Δαμασκηνοῦ, στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στά Χανιά.
Τότε, μέσα στό κλίμα τῆς ἀνθρώπινης ὀδύνης, τοῦ ἀποχωρισμοῦ καί τῆς ἀναστάσιμης προσδοκίας, προσπαθήσαμε νά ἀποτυπώσουμε μέ λόγια τή διαδρομή τῆς ζωῆς του, τήν ἐκκλησιαστική του προσφορά καί προπάντων τήν ποιότητα τῆς ψυχῆς του.
Σήμερα, ὅμως, τό χρέος μας εἶναι διαφορετικό. Δέν ἤλθαμε νά ἐπαναλάβουμε ἕναν ἐπικήδειο λόγο. Ἤλθαμε νά ἀνανεώσουμε τή μνήμη του, νά ἀναγνωρίσουμε τή διαχρονική ἀξία τοῦ παραδείγματός του καί νά ἀναλογιστοῦμε τί ἀφήνει πίσω του ἕνας Ἐπίσκοπος, ὅταν ὁλοκληρώσει τήν ἐπίγεια διακονία του.
Γιατί ὁ ἄνθρωπος δέν μένει ζωντανός στήν ἱστορία μόνο μέ τά ἀξιώματα πού κατεῖχε, οὔτε μέ τά ἔργα πού πραγματοποίησε, ἀλλά κυρίως μέ τήν ἀγάπη πού πρόσφερε, μέ τό καλό πού σκόρπισε καί μέ τό παράδειγμα πού ἄφησε στούς μεταγενεστέρους.
Καί ὁ μακαριστός Δαμασκηνός μᾶς ἄφησε μία πολύτιμη πνευματική κληρονομιά: τό παράδειγμα ἑνός Ἐπισκόπου πού κατανόησε τήν ἐκκλησιαστική ἐξουσία ὡς διακονία, τήν ἀρχιερωσύνη ὡς σταυρό εὐθύνης καί τήν πατρική ἀγάπη ὡς καθημερινή πράξη ζωῆς.
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Δέν εἶναι χωρίς ἰδιαίτερη σημασία ὅτι ἡ προτομή του τοποθετεῖται ἐδῶ, στά πατρογονικά του χώματα.
Ὁ τόπος τῆς καταγωγῆς δέν εἶναι μόνο ἕνα γεωγραφικό σημεῖο. Εἶναι οἱ ρίζες τοῦ ἀνθρώπου, οἱ ἀναμνήσεις, οἱ παραδόσεις, οἱ ἀξίες καί τά βιώματα πού τόν συνοδεύουν σέ ὁλόκληρη τή ζωή του.
Ἡ κρητική γῆ, μέ τή βαθιά θρησκευτικότητά της, τό αἴσθημα τῆς φιλοξενίας, τήν ἀγάπη στήν ἐλευθερία, τήν ἁπλότητα καί τή λεβεντιά της, διαμόρφωσε διαχρονικά ἀνθρώπους μέ ἰσχυρή πίστη, καθαρή συνείδηση καί βαθιά αἴσθηση τοῦ χρέους.
Σέ αὐτήν τήν παράδοση ἀνῆκε και ὁ μακαριστός Δαμασκηνός. Τήν εἶχε μέσα του ὡς πολύτιμη παρακαταθήκη. Τή διατήρησε ἀναλλοίωτη, ἀκόμη καί ὅταν ἀνῆλθε στά ὑψηλότερα ἐκκλησιαστικά ἀξιώματα.
Δέν λησμόνησε ποτέ τίς ρίζες του. Δέν ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν ἁπλό ἄνθρωπο. Δέν ἐπέτρεψε στό ἀρχιερατικό ἀξίωμα νά ἀλλοιώσει τόν αὐθορμητισμό, τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν ἀνεπιτήδευτη συμπεριφορά του.
Γεννήθηκε στά Χανιά τό 1958 καί γνώρισε ἀπό πολύ νωρίς τή δοκιμασία τῆς ὀρφάνιας ἀπό πατέρα. Μεγάλωσε μέ τή στοργική φροντίδα τῆς εὐσεβέστατης μητέρας του Ἀντωνίας, μέσα στή φιλόξενη ἀγκαλιά τῶν Ἱδρυμάτων τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου.
Ἐκεῖ, κάτω ἀπό τήν εὐλογία τοῦ μεγάλου αὐτοῦ καί θαυματουργοῦ σύγχρονου Ἁγίου, μέ τήν ἀφοσιωμένη φροντίδα τῆς ἀείμνηστης Μαρίκας Κουφάκη, τῆς μετέπειτα Μοναχῆς Ἀμφιλοχίας, καί τήν πνευματική καθοδήγηση τοῦ εὐλαβοῦς καί ἁπλοϊκοῦ ἱερέα παπα-Μάρκου Παπαδάκη, δέχθηκε τά πρῶτα καί ἀποφασιστικά ἐρεθίσματα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
Ἀπό μικρό παιδί γνώρισε τί σημαίνει ἀνάγκη, στέρηση καί ἀνθρώπινος πόνος. Γνώρισε, ὅμως, συγχρόνως καί τί σημαίνει στοργή, προστασία, ἀνιδιοτελής προσφορά καί ἔμπρακτη ἀγάπη.
Αὐτά τά βιώματα δέν ἔμειναν ἁπλές ἀναμνήσεις τῆς παιδικῆς του ἡλικίας. Ἔγιναν καθοριστικά στοιχεῖα τοῦ χαρακτήρα του και ἀργότερα τῆς ποιμαντικῆς του διακονίας.
Ἴσως γι᾽ αὐτό μποροῦσε νά κατανοεῖ τόσο εὔκολα τόν πόνο τῶν ἄλλων. Ἴσως γι᾽ αὐτό ἡ καρδιά του ἦταν πάντοτε ἀνοιχτή σέ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη ἀπό συμπαράσταση, κατανόηση καί παρηγοριά.
Δέν προσέγγιζε τούς ἀνθρώπους ἀπό ἀπόσταση. Τούς πλησίαζε μέ τή φυσικότητα ἐκείνου πού εἶχε γνωρίσει προσωπικά τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς καί εἶχε διδαχθεῖ ὅτι ἡ μεγαλύτερη δύναμη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀγάπη.
Μέσα σέ αὐτό τό πνευματικό περιβάλλον γεννήθηκε καί καλλιεργήθηκε ἡ κλίση του πρός τόν μοναχισμό καί τήν ἱερωσύνη.
Ἐκάρη μοναχός καί χειροτονήθηκε Διάκονος καί Πρεσβύτερος στήν ἱστορική Πατριαρχική καί Σταυροπηγιακή Μονή Ἁγίας Τριάδος τῶν Τζαγκαρόλων.
Ἡ Μονή αὐτή ὑπῆρξε γιά ἐκεῖνον κάτι πολύ περισσότερο ἀπό ἕνας τόπος μοναχικῆς ἐγκαταβίωσης. Ὑπῆρξε τό πνευματικό του σπίτι, τό ἐργαστήριο τῆς ψυχῆς του, ὁ τόπος ὅπου καλλιέργησε τήν προσευχή, τήν ὑπακοή, τήν ταπείνωση καί τή λειτουργική του συνείδηση.
Κοντά στόν μακαριστό καί ἀνεπανάληπτο Ἡγούμενο Ἀθανάσιο Ντουρουντάκη γνώρισε καί ἀγάπησε τό γνήσιο, παραδοσιακό, ἀσκητικό καί ἀνεπιτήδευτο ἦθος τῶν κρητικῶν μοναστηριῶν.
Αὐτό τό μοναχικό ἦθος παρέμεινε βαθιά χαραγμένο στή συνείδησή του μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του.
Παρά τίς πολλές εὐθύνες πού ἀνέλαβε ἀργότερα, δέν ἔπαυσε ποτέ νά αἰσθάνεται πρωτίστως μοναχός καί λειτουργός τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἐπιθυμοῦσε, ὅταν θα ὁλοκλήρωνε τήν ἀρχιερατική του διακονία, νά ἐπιστρέψει στήν ἀγαπημένη του Ἁγία Τριάδα καί νά ζήσει τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ὡς ἕνας ἁπλός Κρητικός καλόγερος, ὅπως ὁ ἴδιος εἶχε ἐκμυστηρευθεῖ.
Πόσο ἀποκαλυπτική εἶναι αὐτή ἡ ἐπιθυμία γιά τήν προσωπικότητά του!
Ὁ ἄνθρωπος πού ἔφερε τό ἀρχιερατικό ἀξίωμα, πού διαχειρίσθηκε σημαντικές ἐκκλησιαστικές ὑποθέσεις καί ἐκπροσώπησε τήν Ἐκκλησία σέ ὑψηλό ἐπίπεδο, ἀναζητοῦσε τελικά τήν ἡσυχία του μοναστηριοῦ, τήν προσευχή καί τήν ἁπλότητα τῆς μοναχικῆς ζωῆς.
Αὐτό ἦταν τό πραγματικό του μέτρο. Αὐτή ἦταν ἡ βαθύτερη πνευματική του ταυτότητα.
Ὁ μακαριστός Δαμασκηνός ὑπῆρξε, πάνω ἀπό ὅλα, ἄνθρωπος τῆς Θείας Λατρείας.
Ἀγάπησε μέ ὅλη του τήν ψυχή τήν ἱεροπρέπεια, τή λειτουργική τάξη, τήν ἐκκλησιαστική παράδοση καί τήν εὐπρέπεια τῶν ἱερῶν ναῶν.
Γιά ἐκεῖνον ἡ Θεία Λειτουργία δέν ἦταν ἁπλῶς μία ἱερή ὑποχρέωση πού ἔπρεπε νά ἐκπληρωθεῖ, ἀλλά τό κέντρο τῆς πνευματικῆς καί ποιμαντικῆς του ζωῆς.
Λειτουργοῦσε μέ εὐλάβεια καί βαθιά συναίσθηση ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος καί ὁ ἱερέας δέν εἶναι ἁπλοί τελετουργοί, ἀλλά διάκονοι τοῦ μεγάλου μυστηρίου τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν κόσμο.
Γι᾽ αὐτό καί ἐπιθυμοῦσε νά μεταδίδει στούς νεότερους κληρικούς τήν ἀγάπη του γιά τή λατρευτική ζωή. Δίδαξε τό μάθημα τῆς Λειτουργικῆς στούς ἱεροσπουδαστές τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς Κρήτης, ἐνῶ συνδύασε τή βιωματική ἐκκλησιαστική του ἐμπειρία μέ σοβαρή θεολογική κατάρτιση.
Σπούδασε στή Θεολογική Σχολή του Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στόν τομέα τῆς Λατρείας και Τέχνης καί ἀσχολήθηκε ἐπιστημονικά μέ τά ἱερά ἀντιμήνσια.
Δεν ἀντιμετώπιζε, ὅμως, τή θεολογία ὡς ἁπλή συσσώρευση γνώσεων. Τή θεωροῦσε ἀναπόσπαστο μέρος τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.
Ἤξερε ὅτι ἡ ἀληθινή θεολογία δάν ἐξαντλεῖται στίς βιβλιοθήκες και στά πανεπιστημιακά ἀμφιθέατρα. Ὁλοκληρώνεται μέσα στή λατρεία, στήν προσευχή, στή μετάνοια καί στήν ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο.
Παράλληλα, ὡς ἁπλός κληρικός, ὑπηρέτησε μέ ζῆλο πολλές ἐνορίες τῆς περιφέρειας καί τῆς ἐνδοχώρας. Βρισκόταν πάντοτε κοντά στόν λαό, συμμετεῖχε στίς χαρές και στίς λύπες τῶν ἀνθρώπων, ἀνταποκρινόταν πρόθυμα στίς ἀνάγκες τῶν πιστῶν καί θεωροῦσε κάθε μορφή ποιμαντικῆς προσφορᾶς ὡς εὐλογία.
Ἡ δραστηριότητά του ἐπεκτάθηκε και πέρα ἀπό τά ὅρια τῆς Κρήτης, διακονώντας τίς ἀνάγκες τῶν ὀρθοδόξων ἀδελφῶν μας στό ἐξωτερικό, ἀκόμη καί στή μακρινή Σουηδία.
Ἀγάπησε ἐπίσης τά σύγχρονα μέσα ἐπικοινωνίας καί ὑπῆρξε ὁ πρῶτος Διευθυντής τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ «Μαρτυρία» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κυδωνίας και Ἀποκορώνου, ἀντιλαμβανόμενος ὅτι ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά φθάνει παντοῦ, μέ σύγχρονα μέσα ἀλλά μέ ἀναλλοίωτο τό εὐαγγελικό του περιεχόμενο.
Ὑπηρέτησε ὑποδειγματικά ὡς Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως καί στίς 7 Νοεμβρίου 2006 ἐξελέγη παμψηφεί Μητροπολίτης Κυδωνίας καί Ἀποκορώνου ἀπό τήν Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης.
Ἀπό τότε ἄρχισε μία νέα και ἰδιαίτερα ἀπαιτητική περίοδος τῆς ζωῆς του.
Ὁ Δαμασκηνός δεν ἀνέβηκε στόν ἀρχιερατικό θρόνο γιά νά ἐξουσιάσει, ἀλλά γιά νά διακονήσει. Δέν ἀντιλήφθηκε τήν ἐπισκοπή ὡς προνόμιο, ἀλλά ὡς εὐθύνη. Δέν θέλησε νά ἐπιβληθεῖ στούς ἀνθρώπους, ἀλλά νά τούς κερδίσει μέ τήν ἀγάπη του.
Στή συνείδησή του ἦταν πάντοτε ζωντανός ὁ εὐαγγελικός λόγος του Κυρίου: «Ὁ μείζων ἐν ὑμῖν γενέσθω ὡς ὁ νεώτερος, καί ὁ ἡγούμενος ὡς ὁ διακονῶν» (Λουκ. 22,26).
Καί αὐτή ἡ αἴσθηση τῆς διακονίας δέν ἔμεινε μία ὡραία θεωρητική διακήρυξη. Ἀποτυπώθηκε καθημερινά στή συμπεριφορά του, στίς ἀποφάσεις του, στήν πατρική του φροντίδα γιά τούς κληρικούς καί τούς μοναχούς, στήν ἀγωνία του γιά τίς ἐνορίες και στήν ἀκούραστη παρουσία του δίπλα στούς πιστούς.
Ἐπισκεπτόταν ἀκόμη καί τά πιό ἀπομακρυσμένα χωριά τῆς Μητροπόλεώς του. Ἤθελε νά λειτουργεῖ, νά συναντᾶ τούς ἀνθρώπους, νά ἀκούει τά προβλήματά τους, νά μοιράζεται τίς χαρές τους καί νά συμμετέχει στίς δοκιμασίες τους.
Γνώριζε ὅτι ὁ ἀληθινός ποιμένας δέν περιμένει πάντοτε τό ποίμνιο νά τόν ἀναζητήσει. Πηγαίνει ὁ ἴδιος πρός τούς ἀνθρώπους, ὅπως ὁ Χριστός, ὁ Καλός Ποιμένας, πού ἀναζητεῖ τό χαμένο πρόβατο.
Γι᾽ αὐτό και ἀγαπήθηκε τόσο πολύ ἀπό τόν λαό του. Ὄχι ἐπειδή ἐπιδίωξε τή δημοτικότητα ἤ τήν προσωπική προβολή, ἀλλά ἐπειδή οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονταν ὅτι εἶχαν κοντά τους ἕναν πατέρα ἀληθινό, προσιτό καί γεμάτο κατανόηση.
Ἀσφαλῶς, τό ἔργο του ὑπῆρξε πολυσχιδές. Ἐργάσθηκε μέ συνέπεια στόν διοικητικό, ποιμαντικό, κοινωνικό, πολιτιστικό καί ἐκπαιδευτικό τομέα.
Ἀνέλαβε σημαντικές συνοδικές καί θεσμικές εὐθύνες, ὑπηρέτησε ὡς Πρόεδρος Συνοδικῶν Ἐπιτροπῶν, ἀσχολήθηκε ἰδιαίτερα μέ τά θέματα τῆς προστασίας τῆς ὀρθόδοξης πίστεως και ἐκπροσώπησε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στά ἀντιαιρετικά συνέδρια πού διοργάνωνε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.
Ὑπηρέτησε ἐπίσης μέ ζῆλο ὡς Πρόεδρος του Συμβουλίου Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχιτεκτονικῆς Κρήτης και Δωδεκανήσου καί ἀσχολήθηκε μέ θέματα ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαίδευσης, συμμετέχοντας σέ ἁρμόδια θεσμικά ὄργανα.
Ἰδιαίτερη σημασία εἶχε ἡ συμβολή του στήν ἵδρυση καί λειτουργία τῆς Σχολῆς Μαθητείας Ὑποψηφίων Κληρικῶν Κρήτης, τήν ὁποία ἡ Μητρόπολή του ἀνέλαβε νά φιλοξενήσει.
Μέ αὐτή τήν πρωτοβουλία ἔδειξε ἔμπρακτα τό ἐνδιαφέρον του γιά τό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας και τήν ἀνάγκη νά ἀποκτοῦν οἱ νέοι κληρικοί ὄχι μόνο τίς ἀπαραίτητες γνώσεις, ἀλλά καί τό ἀνάλογο ἐκκλησιαστικό ἦθος.
Γνώριζε ὅτι ἡ ποιότητα τῆς ἱερατικῆς διακονίας δέν ἐξασφαλίζεται μόνο ἀπό τήν ἐπιστημονική κατάρτιση, ἀλλά κυρίως ἀπό τήν πίστη, τή συνέπεια, τήν πνευματική καλλιέργεια και τήν ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο.
Ὅμως, ἐάν περιορίζαμε τήν ἀναφορά μας στόν μακαριστό Δαμασκηνό μόνο στό ἔργο καί στίς δραστηριότητές του, θά ἀφήναμε στό περιθώριο τό σημαντικότερο στοιχεῖο τῆς προσωπικότητάς του.
Καί αὐτό ἦταν τό ἐκκλησιαστικό του ἦθος.
Ὡς ἀδελφός του στήν Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, εἶχα τήν εὐλογία να γνωρίσω ἀπό κοντά τόν χαρακτήρα του, νά συνεργασθῶ μαζί του καί νά διαπιστώσω τήν ποιότητα τῆς καρδιᾶς του.
Ἦταν ἄνθρωπος ἁπλός, ἀνεπιτήδευτος, πρᾶος, μειλίχιος και καλοπροαίρετος. Εἶχε μία σπάνια φυσική εὐγένεια, πού δέν στηριζόταν σέ ἐξωτερικούς τύπους, ἀλλά πήγαζε ἀπό τό ἐσωτερικό του ἦθος.
Ἦταν αὐθόρμητος καί εἰλικρινής. Δέν γνώριζε τίς ἐπιτηδευμένες συμπεριφορές. Δέν ἐπιδίωκε ἐντυπώσεις. Δέν προσπαθοῦσε νά ἐμφανισθεῖ διαφορετικός ἀπό αὐτό πού πραγματικά ἦταν.
Πάνω ἀπό ὅλα, διακρινόταν γιά τήν ἄδολη ἀγάπη του. Μία ἀγάπη χωρίς ὑπολογισμούς, χωρίς σκοπιμότητες καί χωρίς διακρίσεις.
Ἡ καρδιά του ἦταν μεγάλη καί χωροῦσε τούς πάντες.
Ἀκόμη καί ἐκείνους πού τόν ἀδίκησαν. Ἀκόμη και ὅσους δεν ἐκτίμησαν τήν καλοσύνη καί τήν προσφορά του. Ἀκόμη καί ὅσους τόν πίκραναν μέ τή συμπεριφορά τους.
Αὐτό εἶναι, κατά τή γνώμη μου, ἕνα ἀπό τά σπουδαιότερα διδάγματα πού μᾶς ἄφησε.
Γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι εὔκολη ὅταν συναντᾶ ἀνταπόκριση. Γίνεται ὅμως πραγματικά εὐαγγελική, ὅταν δοκιμάζεται ἀπό τήν ἀχαριστία, τήν ἀδικία και τήν ἀνθρώπινη μικρότητα.
Ὁ μακαριστός Δαμασκηνός γνώρισε καί τέτοιες δοκιμασίες. Καί τίς ἀντιμετώπισε μέ ἕναν τρόπο πού φανέρωνε τό βάθος τῆς πνευματικῆς του καλλιέργειας.
Ἔλεγε συχνά, ἀναφερόμενος σέ ἀνθρώπους πού τόν εἶχαν πικράνει: «Νομίζουν πολλοί ὅτι δέ καταλαβαίνω. Ἀλλά ὅλα τά γνωρίζω καί τά κατανοῶ. Ὅμως δέν μιλάω καί τούς ἀφήνω στή χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος ἄς ἐνεργήσει. Κάνω ὑπομονή, ὅπως οἱ Ἅγιοί μας».
Πόση πνευματική ἀρχοντιά κρύβουν αὐτά τά λόγια!
Δέν ἦταν ἡ σιωπή ἑνός ἀνθρώπου πού ἀδυνατοῦσε νά ἀντιδράσει. Ἦταν ἡ συνειδητή ἐπιλογή ἑνός χριστιανοῦ πού προτιμοῦσε νά ἐμπιστεύεται τήν τελική κρίση στόν Θεό, παρά νά παρασύρεται ἀπό τή δύναμη τοῦ θυμοῦ καί τῆς ἀνταπόδοσης.
Ἦταν ἡ σιωπή τῆς ὑπομονῆς, τῆς ἀνεξικακίας καί τῆς συγχώρησης.
Καί πιστεύω ὅτι αὐτό τό στοιχεῖο τῆς προσωπικότητάς του ἀξίζει νά προβληθεῖ ἰδιαίτερα σήμερα, σέ μία ἐποχή ὅπου συχνά κυριαρχοῦν ἡ ἀντιπαράθεση, ἡ καχυποψία, ὁ ἀνταγωνισμός καί ἡ δυσκολία τῆς συγχώρησης.
Ὁ Δαμασκηνός μᾶς δίδαξε ὅτι ἡ πραγματική δύναμη δέν βρίσκεται στήν ἐπιβολή, ἀλλά στήν αὐτοσυγκράτηση. Ὅτι ἡ καλοσύνη δέν εἶναι ἀδυναμία καί ὅτι ἡ ταπείνωση δέν μειώνει τόν ἄνθρωπο, ἀλλά τόν μεγαλώνει.
Θά ἤθελα, ὅμως, νά σταθῶ ἰδιαίτερα καί σέ μία ἄλλη διάσταση τῆς προσωπικότητάς του, τήν ὁποία θεωρῶ ἐξαιρετικά σημαντική γιά τή σημερινή Ἐκκλησία τῆς Κρήτης: τό γνήσιο συνοδικό καί ἐκκλησιαστικό του φρόνημα.
Ὁ μακαριστός Δαμασκηνός ὑπῆρξε ὑπόδειγμα Ἐπισκόπου πού σεβόταν βαθιά τόν συνοδικό θεσμό, τήν κανονική τάξη τῆς Ἐκκλησίας και τήν ἐκκλησιαστική παράδοση.
Στίς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου διακρινόταν γιά τή σύνεση, τήν καλοπροαίρετη διάθεση, τόν σεβασμό πρός τόν Πρόεδρο καί τήν πρεσβυτέρα Ἱεραρχία, ἀλλά καί τήν εἰλικρινή ἀδελφικότητα πρός ὅλους ἐμᾶς τούς νεότερους Ἀρχιερεῖς.
Δέν ἀντιμετώπιζε τή Σύνοδο ὡς πεδίο προσωπικῆς προβολῆς ἤ ἀντιπαράθεσης. Τήν ἀντιμετώπιζε ὡς ἱερό χῶρο εὐθύνης, κοινῆς διακονίας καί ἀναζήτησης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.
Γνώριζε ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὁ Ἐπίσκοπος δέν ἐνεργεῖ ἀπομονωμένος, ἀλλά μέσα στήν κοινωνία τῶν ἀδελφῶν του Ἐπισκόπων καί στήν ἑνότητα τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτή ἡ ἀντίληψη ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία διαφυλάσσει τήν ἀποστολική της κληρονομιά, τήν κανονική της τάξη καί τόν ἀκατάλυτο πνευματικό τῆς δεσμό μέ τή Μητέρα Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο.
Ὁ Δαμασκηνός εἶχε βαθιά συναίσθηση αὐτῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς πραγματικότητας. Σεβόταν τούς θεσμούς, τιμοῦσε τήν ἱεραρχία καί λειτουργοῦσε πάντοτε μέ ἐκκλησιαστική συνείδηση.
Καί τό σημαντικότερο: συνδύαζε τήν προσήλωση στήν παράδοση μέ τήν πατρική κατανόηση, τή σταθερότητα στίς ἀρχές μέ τή διάκριση καί τήν ὑπακοή μέ τήν προσωπική εὐθύνη.
Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό γνήσιο ἐκκλησιαστικό φρόνημα.
Δέν εἶναι μία ἐξωτερική προσκόλληση στούς τύπους, οὔτε μία ἄκαμπτη καί στείρα τυπολατρία. Εἶναι ἡ βαθιά συνείδηση ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ἀποτελεῖ ἰδιοκτησία κανενός, ἀλλά εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέσα στό ὁποῖο ὅλοι καλούμαστε νά ὑπηρετοῦμε μέ ταπείνωση καί ἀγάπη.
Αὐτό τό ἦθος ἀποτελεῖ, πιστεύω, τήν πολυτιμότερη παρακαταθήκη του πρός τήν Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδο, πρός τόν ἱερό Κλῆρο και πρός ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης.
Ἰδιαίτερα σήμερα, πού ἡ ἐκκλησιαστική διακονία ἀντιμετωπίζει νέες προκλήσεις καί αὐξημένες ἀπαιτήσεις, ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό τέτοια παραδείγματα. Ἀπό Ἐπισκόπους καί κληρικούς πού θά καλλιεργοῦν τήν ἑνότητα, θά σέβονται τήν ἐκκλησιαστική τάξη, θά ἀποφεύγουν τίς προσωπικές ἀντιπαραθέσεις καί θά θέτουν πάνω ἀπό ὅλα τό συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας καί τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ μακαριστός Δαμασκηνός μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ ἀληθινή ἐκκλησιαστική ἀρχοντιά δέν ταυτίζεται μέ τήν ἐξουσία, ἀλλά μέ τήν ταπείνωση, τήν ἀνιδιοτέλεια, τό πνεῦμα συνεργασίας καί τή διάθεση αὐτοθυσίας.
Ἡ τελευταία περίοδος τῆς ζωῆς του ὑπῆρξε μία ἰδιαίτερα δύσκολη δοκιμασία.
Ἡ ἀσθένεια, ὁ σωματικός πόνος καί οἱ ἀνθρώπινες πικρίες δοκίμασαν τίς δυνάμεις του. Δέν κατόρθωσαν, ὅμως, νά κλονίσουν τήν πίστη καί τήν ἐμπιστοσύνη του στόν Θεό.
Ἀντιμετώπισε τή δοκιμασία του μέ ὑπομονή, προσευχή καί βαθιά αἴσθηση τῆς προσωρινότητας τῆς ἐπίγειας ζωῆς.
Εἶχε πλήρη συνείδηση ὅτι πλησίαζε τό τέλος τῆς ἐπίγειας πορείας του. Καί δέν δίσταζε να τό ἐκφράζει μέ τή γαλήνη τοῦ ἀνθρώπου πού εἶχε μάθει να ἐμπιστεύεται τή ζωή του στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Σέ μία ἀπό τίς τελευταῖες δημόσιες ἀναφορές του, εὐχαριστώντας ἐκείνους πού θέλησαν νά τόν τιμήσουν, ἐξέφρασε μία σκέψη πού θεωρῶ ὅτι συνοψίζει ὁλόκληρη τήν ἀρχιερατική του διακονία.
Θυμήθηκε τήν ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεώς του, ὅταν εἶχε ζητήσει ἀπό τόν λαό του τήν ἐμπιστοσύνη του και εἶχε ὑποσχεθεῖ νά τοῦ προσφέρει τή ζωή του.
Καί πρόσθεσε, μέ βαθιά ταπείνωση, ὅτι τίποτε ἀπό ὅσα πραγματοποίησε δέν ἦταν προσωπικό του ἐπίτευγμα, ἀλλά ὅλα ἦταν ἔργο τῆς Ἐκκλησίας.
Πόσο σπουδαία ὁμολογία γιά ἕναν Ἐπίσκοπο!
Νά ὁλοκληρώνει τήν ἐπίγεια πορεία του χωρίς νά διεκδικεῖ τήν ἀποκλειστική πατρότητα τῶν ἔργων του. Νά ἀναγνωρίζει ὅτι ὅλα ὅσα ἔγιναν πραγματοποιήθηκαν μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, μέσα στήν Ἐκκλησία καί μέ τή συνεργασία τῶν ἀνθρώπων της.
Καί νά αἰσθάνεται ὅτι θά δώσει λόγο στόν Θεό, ὄχι γιά τίς τιμές πού δέχθηκε, ἀλλά γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο διακόνησε τήν ἀποστολή πού τοῦ ἐμπιστεύθηκε.
Αὐτή ἡ συναίσθηση τῆς εὐθύνης μέχρι τήν τελευταία στιγμή ἀποτελεῖ καί τήν ἀληθινή σφραγίδα τῆς ἀρχιερατικῆς του πορείας.
Λίγο πρίν ἀπό τήν κοίμησή του ἀξιώθηκε νά κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καί νά παραδώσει τήν ψυχή του στόν Κύριο, τόν ὁποῖο ὑπηρέτησε ἀπό τά νεανικά του χρόνια.
Τό σκήνωμά του ἀναπαύεται σήμερα, σύμφωνα μέ τήν ἐπιθυμία του, στήν ἀγαπημένη του μετάνοια, τήν παλαίφατη καί ἱστορική Ἱερά Μονή Ἁγίας Τριάδος τῶν Τζαγκαρόλων στό ἔνδοξο Ἀκρωτήρι.
Ἐκεῖ, στόν τόπο τῆς μοναχικῆς του ἀφιέρωσης, ἐπέστρεψε τελικά ὁ ταπεινός καλόγερος πού ἐπί δεκαετίες ὑπηρέτησε τήν Ἐκκλησία ὡς Πρεσβύτερος καί Ἐπίσκοπος.
Ἡ σημερινή τοποθέτηση τῆς προτομῆς τοῦ μακαριστοῦ Δαμασκηνοῦ στόν τόπο τῆς καταγωγῆς του ἔχει ἕναν βαθύ συμβολισμό.
Μία προτομή, ἀπό μόνη της, δέν μπορεῖ νά ἀποδώσει τό πνευματικό μεγαλεῖο ἑνός ἀνθρώπου. Ἡ πέτρα καί τό μέταλλο μποροῦν νά διατηρήσουν τά ἐξωτερικά χαρακτηριστικά ἑνός προσώπου, δέν μποροῦν ὅμως νά ἀποτυπώσουν τόν πλοῦτο τῆς καρδιᾶς του, τή δύναμη τῆς πίστης του καί τό βάθος τῆς ἀγάπης του.
Μποροῦν, ὡστόσο, νά λειτουργήσουν ὡς σημεῖα μνήμης καί παραδείγματος.
Ἡ προτομή πού ἀποκαλύπτεται σήμερα θά ὑπενθυμίζει στίς ἑπόμενες γενιές ὅτι ἀπό αὐτόν τόν τόπο κατάγεται ἕνας Ἱεράρχης, ὁ ὁποῖος τίμησε τήν Ἐκκλησία καί τήν ἰδιαίτερη πατρίδα του μέ τήν ἁπλότητα, τήν ταπείνωση, τό ἦθος καί τήν προσφορά του.
Θά θυμίζει στούς νέους ὅτι τό πραγματικό μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου δέν βρίσκεται στήν κοινωνική προέλευση, στόν πλοῦτο ἤ στά ἀξιώματα, ἀλλά στή δύναμη τοῦ χαρακτήρα, στήν ἐργατικότητα, στήν πίστη καί στήν ἀνιδιοτελή προσφορά.
Θά θυμίζει ὅτι ἕνα παιδί πού γνώρισε ἀπό νωρίς τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς μπόρεσε, μέ τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, τήν προσωπική προσπάθεια καί τήν ἀφοσίωσή του, νά φθάσει σέ μία τόσο ὑψηλή ἐκκλησιαστική διακονία, χωρίς νά χάσει τήν ἁπλότητα καί τήν αὐθεντικότητά του.
Καί προπάντων θά μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι οἱ πραγματικά μεγάλοι ἄνθρωποι δέν ἐπιδιώκουν νά γίνουν μεγάλοι. Γίνονται μεγάλοι ὅταν προσφέρουν τόν ἑαυτό τους στούς ἄλλους.
Γι᾽ αὐτό καί θά εὐχόμουν ἡ σημερινή ἐκδήλωση νά μήν μείνει μόνο ὡς μία ὄμορφη στιγμή τιμῆς καί συγκίνησης, ἀλλά νά γίνει ἀφετηρία μίας διαρκοῦς προσπάθειας γιά τή διατήρηση καί τήν ἀνάδειξη τῆς πνευματικῆς κληρονομιάς τοῦ μακαριστοῦ Ἱεράρχου.
Νά γνωρίσουν οἱ νέες γενιές τήν προσωπικότητά του. Νά μάθουν τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀντιμετώπιζε τους ἀνθρώπους. Νά διδαχθοῦν ἀπό τήν ἐργατικότητά του, τήν εὐλάβειά του, τήν ἀγάπη του στήν Ἐκκλησία καί τήν ἀνεξικακία του.
Καί ἐμεῖς, ἰδιαίτερα οἱ Ἐπίσκοποι καί οἱ κληρικοί, νά διατηρήσουμε ζωντανό τό παράδειγμά του στήν καθημερινή ἐκκλησιαστική μας διακονία.
Σέ αὐτό τό σημεῖο αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη να ἐκφράσω τίς θερμές εὐχαριστίες καί τά εἰλικρινῆ μου συγχαρητήρια πρός τόν ἀγαπητό ἐν Χριστῷ ἀδελφό, Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κισάμου και Σελίνου κ. Ἀμφιλόχιο, τόν ὀτρηρό ὑπηρέτη τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου, τόν ἀκάματο, φιλόπονο, φιλάγιο καί ρέκτη Ποιμενάρχη αὐτοῦ τοῦ ἱστορικοῦ, μαρτυρικοῦ καί εὐλογημένου τόπου, γιά τήν ἀξιέπαινη πρωτοβουλία του νά τιμηθεῖ μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ μνήμη τοῦ ἀοιδίμου Ἱεράρχου Δαμασκηνοῦ.
Ἡ ἀξιομίμητη πρωτοβουλία του αὐτή ἀποτελεῖ μία ἀκόμη ἔκφραση τῆς ἀδελφικῆς του ἀγάπης, τῆς ἐκκλησιαστικῆς του εὐαισθησίας καί τοῦ βαθέος σεβασμοῦ καί τιμῆς πρός ἐκείνους πού ὑπηρέτησαν μέ συνέπεια και αὐταπάρνηση τήν Ἐκκλησία μας.
Ὁ Σεβασμιώτατος κ. Ἀμφιλόχιος εἶχε ἄλλωστε τή σπάνια και συγκινητική εὐλογία νά βρεθεῖ κοντά στόν μακαριστό Δαμασκηνό κατά τίς τελευταῖες στιγμές τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, νά ἀλληλοεξομολογηθοῦν καί νά τοῦ συμπαρασταθεῖ μέ ἀληθινή ἀδελφική στοργή καί ἀνυπόκριτη ἀγάπη.
Ἡ σημερινή πρωτοβουλία ἀποτελεῖ μία φυσική συνέχεια αὐτῆς τῆς ἀδελφικῆς σχέσης καί μία ἔμπρακτη ἔκφραση τῆς ὀφειλόμενης ἐκκλησιαστικῆς εὐγνωμοσύνης.
Ἰδιαίτερες εὐχαριστίες καί θερμά συγχαρητήρια ἀξίζουν ἐπίσης στό Πνευματικό Κέντρο Περβολακίων – Σφακοπηγαδίου «Ἡ Ἀναγέννηση», γιά τή συνεργασία και τή σημαντική συμβολή του στή διοργάνωση και πραγματοποίηση αὐτῆς τῆς ἐκδήλωσης, καθώς και στόν Δῆμο Κισάμου γιά τήν ἐνεργό συμμετοχή καί τή συνδρομή του στήν κοινή αὐτή πρωτοβουλία τιμῆς καί μνήμης.
Ἡ συνεργασία τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κισάμου καί Σελίνου, τοῦ Δήμου Κισάμου καί τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου «Ἡ Ἀναγέννηση» ἀποδεικνύει ὅτι οἱ τοπικές κοινωνίες διαθέτουν μεγάλα ἀποθέματα εὐαισθησίας, πολιτισμοῦ καί σεβασμοῦ πρός τήν ἱστορική καί πνευματική τους κληρονομιά.
Συγχαίρω ὅλους ὅσοι ἐργάσθηκαν, προσέφεραν καί συνέβαλαν στήν ὑλοποίηση αὐτοῦ τοῦ ἔργου, καθώς καί τούς κατοίκους τοῦ χωριοῦ, πού μέ τήν παρουσία τους ἐκφράζουν τήν ἀγάπη καί τήν εὐγνωμοσύνη τους πρός τόν μακαριστό συμπατριώτη τους.
Ὁ χρόνος περνᾶ καί οἱ ἄνθρωποι ἀναχωροῦν ἀπό αὐτή τή ζωή. Οἱ γενιές διαδέχονται ἡ μία τήν ἄλλη καί τά ἀνθρώπινα ἔργα ὑπόκεινται στή φθορά.
Ὑπάρχουν, ὅμως, ἀξίες πού δεν φθείρονται. Ὑπάρχουν παραδείγματα πού δέν ξεθωριάζουν. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἐξακολουθοῦν νά διδάσκουν ἀκόμη καί μετά τήν κοίμησή τους.
Σέ αὐτούς ἀνήκει ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Κυδωνίας καί Ἀποκορώνου Δαμασκηνός.
–Ἕνας ἀληθινός καί ὑποδειγματικός Ἐπίσκοπος πού ἀγάπησε τήν Ἐκκλησία περισσότερο ἀπό τόν ἑαυτό του.
–Ἕνας γνήσιος μοναχός πού διατήρησε μέχρι τέλους τήν ἁπλότητα καί τήν ταπεινοφροσύνη του.
–Ἕνας ἀκάματος λειτουργός πού βρῆκε στή Θεία Εὐχαριστία τό κέντρο τῆς ὑπάρξεώς του.
–Ἕνας σπάνιος ποιμένας πού συμμερίσθηκε τόν πόνο καί τίς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων.
–Ἕνας ἐνσυνείδητος συνοδικός Ἱεράρχης πού σεβάσθηκε τούς θεσμούς καί τήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
–Ἕνας ἀγαπητός ἐν Χριστῷ ἀδελφός πού γνώριζε νά συγχωρεῖ, νά ὑπομένει καί νά ἀγαπᾶ.
Αὐτά τά χαρακτηριστικά συγκροτοῦν τήν πνευματική του φυσιογνωμία καί ἀποτελοῦν τό πραγματικό του μνημεῖο.
Καί αὐτήν ἀκριβῶς τήν παρακαταθήκη καλούμαστε νά διαφυλάξουμε.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης ἔχει σήμερα, περισσότερο ἴσως ἀπό ποτέ στήν ἱστορία της, ἀνάγκη ἀπό τήν ἑνότητα, τήν ὁμοψυχία, τήν ἀδελφική ἀγάπη, τήν ταπείνωση καί τό πνεῦμα τῆς διακονίας πού χαρακτήριζαν τόν μακαριστό Δαμασκηνό.
Ἔχει ἀνάγκη ἀπό Ἱεράρχες καί κληρικούς πού δέν θά ἐπιδιώκουν τήν προσωπική ἐπιβολή καί προβολή, ἀλλά θά ἐργάζονται μέ αὐταπάρνηση γιά τήν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καί τήν οἰκοδομή τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
Ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἀνθρώπους πού θά συνδυάζουν τήν πιστότητα στήν παράδοση μέ τή διάκριση, τήν εὐθύνη μέ τήν πραότητα καί τή σταθερότητα μέ τήν ἀγάπη.
Αὐτό εἶναι, κατά τή βαθιά μου πεποίθηση, τό διαχρονικό μήνυμα πού μᾶς ἀφήνει ὁ ἀγαπημένος μας ἀδελφός Δαμασκηνός.
Καί ἄς μήν ξεχνᾶμε ὅτι, γιά τήν Ἐκκλησία μας, ἡ μνήμη τῶν κεκοιμημένων δέν εἶναι ἁπλῶς ἀναπόληση τοῦ παρελθόντος. Εἶναι προσευχή, εὐχαριστία καί ἐλπίδα Ἀναστάσεως.
Μέ αὐτή τήν πίστη καί τήν ἐλπίδα συλλειτουργήσαμε καί τελέσαμε σήμερα τό Ἱερό του Μνημόσυνο στή γενέτειρά του και σέ λίγο θά σταθοῦμε μπροστά στήν προτομή του.
Μέ τήν ἀνθρώπινη συγκίνηση γιά τήν ἀπουσία του, ἀλλά καί μέ τή βεβαιότητα ὅτι ἡ ἀγάπη πού θεμελιώνεται στόν Χριστό δέν καταργεῖται ἀπό τόν θάνατο.
Ἄς παρακαλέσουμε, λοιπόν, τόν Κύριο τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου νά ἀναπαύει τήν ψυχή τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Κυδωνίας καί Ἀποκορώνου κυροῦ Δαμασκηνοῦ «ἐν χώρᾳ ζώντων», ἐκεῖ ὅπου δεν ὑπάρχει πόνος, λύπη καί στεναγμός, ἀλλά ζωή ἀτελεύτητη.
Καί ἐμεῖς ἄς κρατήσουμε ὡς πολύτιμη κληρονομιά τήν ἀδελφική του ἀγάπη, τήν πνευματική του ἀρχοντιά, τήν πραότητα, τήν ἀνεξικακία καί τό γνήσιο ἐκκλησιαστικό του φρόνημα.
Γιατί, τελικά, ἡ μεγαλύτερη τιμή πού μποροῦμε νά ἀποδώσουμε στή μνήμη του δέν εἶναι μόνο νά διατηρήσουμε τή μορφή του στήν πέτρα (στό μέταλλο), ἀλλά νά διαφυλάξουμε τό παράδειγμά του στήν καρδιά μας καί νά τό μεταφέρουμε στή ζωή της Ἐκκλησίας.
Ἄς εἶναι αἰωνία καί ἄληστος ἡ μνήμη του.
Καί ἄς ἔχουμε πάντοτε τήν εὐχή του.
Ἀμήν.

























































