Skip to content Skip to footer

Επίκαιρα

Από τη μια θέλομε να σωθούμε και από την άλλη κάνομε το θέλημά μας!

του Οσίου Θεοφάνη του Έγκλειστου

osiostheophanis03Γενικά και σε κάθε περίπτωση, να ενεργείτε αντίθετα προς τις απαιτήσεις της φιλαυτίας, αντίθετα προς το φρόνημα της σάρκας. Και για κάθε δυσκολία, για κάθε αμφιβολία, για κάθε δίλημμα, να συμβουλεύεστε τον πνευματικό σας. Έτσι η συνείδησή σας θα είναι αναπαυμένη. Ειδάλλως εύλογα και δίκαια σας ταλανίζει. Προκοπή, λέτε, δεν έχετε κάνει στην πνευματική ζωή. Και δεν θα κάνετε, όσο θα υπάρχει μέσα σας φιλαυτία. Αυτή αναμφισβήτητα μαρτυρεί πως την πρώτη θέση στην καρδιά σας κατέχει το «εγώ» και όχι ο Κύριος. Η αγάπη προς τον εαυτό μας είναι η ζωντανή «εντός ημών» αμαρτία, από την οποία προέρχεται όλη η αμαρτωλότητά μας. Καί όταν είμαστε βυθισμένοι στην αμαρτωλότητα, μας πλησιάζει η χάρη του Θεού; Όχι, όπως η μέλισσα δεν πλησιάζει εκεί όπου υπάρχει  καπνός. Η παρουσία της φιλαυτίας στην ψυχή μας δείχνει πως η πρώτη απόφασή μας να μετανοήσουμε και να υπηρετήσουμε τον Κύριο ήταν ελλιπής, χλιαρή, επιπόλαιη. Η απόφαση αυτή είναι η ανταπόκριση στην κλήση του Ιησού: «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν… και ακολουθείτω μοι» (Ματθ. ις´ 24).

Τι είναι Κόλαση και τι Παράδεισος

heaven vs hell-wallpaper-1920x600Μια παλιά ιστορία λέει πως ένας άνθρωπος του Θεού αναρωτιόταν τι είναι η Κόλαση και τι ο Παράδεισος. Επειδή ο άνθρωπος αυτός ευαρεστούσε με τον τρόπο της ζωής του το Θεό, ο Θεός τού έστειλε έναν άγγελο, για να του λύσει την απορία. Ο άγγελος τον πήρε από το χέρι και τον πήγε σε μία άγνωστη τοποθεσία. «Θα σου δείξω πρώτα την Κόλαση», του είπε.

Πώς οικονομεί τα πράγματα ο Θεός

rug 2Kάποτε ένας άγιος γέροντας προσευχόταν στο Θεό να του αποκαλύψει το μυστήριο, γιατί άνθρωποι δίκαιοι και ευσεβείς είναι φτωχοί και δυστυχούν και αδικούνται, ενώ πολλοί, άδικοι και αμαρτωλοί, είναι πλούσιοι και αναπαύονται, και πώς ερμηνεύονται οι κρίσεις του Θεού. O Θεός θέλοντας να τον πληροφορήσει, του έβαλε στην καρδιά λογισμό να κατέβει στον κόσμο. Περπατώντας λοιπόν ο γέροντας, βρέθηκε σ’ ένα δρόμο πλατύ, όπου περνούσαν πολλοί. Eκεί υπήρχε ένα λιβάδι και μια βρύση με καθαρό νερό. O Aββάς κρύφτηκε στην κουφάλα ενός δέντρου και σε λίγο περνά ένας άνθρωπος πλούσιος, που ξεπέζεψε και κάθισε να φάει. Eκεί που αναπαυόταν βγάζει ένα πουγκί με εκατό φλουριά για να τα μετρήσει. Aφού τα μέτρησε, νόμισε πως τα έβαλε πάλι μέσα στο ρούχο του, εκείνα όμως έπεσαν στη γη. Σηκώθηκε λοιπόν και καβαλίκεψε το άλογο του αφήνοντας εκεί τα φλουριά. Έπειτα πέρασε από κει άλλος οδοιπόρος για να πιει νερό. Bρίσκει τα φλουριά, τα παίρνει και φεύγει γρήγορα.